Στο Θέατρο Μουσούρη, ο Γιώργος Κιμούλης και ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος παρουσιάζουν το έργο του Τζον Λόγκαν «ΚΟΚΚΙΝΟ», σε σκηνοθεσία του Γιώργου Κιμούλη και παραγωγή του Κάρολου Παυλάκη.
Το έργο διαδραματίζεται στο στούντιο του ζωγράφου Μαρκ Ρόθκο, στα τέλη της δεκαετίας του 1950, την περίοδο που ο μεγάλος εκπρόσωπος του αφηρημένου εξπρεσιονισμού εργάζεται πάνω στην παραγγελία της ζωής του: μια σειρά μεγάλων πινάκων για τους τοίχους ενός πολυτελούς εστιατορίου της Νέας Υόρκης.

Ο διάσημος ζωγράφος, που πίστεψε πως η τέχνη είναι ένας χώρος στοχασμού και βαθιάς εσωτερικής αναζήτησης, καλείται τώρα να κρεμάσει το έργο του πάνω από τραπέζια πλουσίων, που θα γευματίζουν αδιαφορώντας για όσα εκείνος προσπαθεί να εκφράσει μέσα από τα χρώματά του. Η τέχνη μετατρέπεται σε εμπόρευμα και ο δημιουργός της καλείται να συναινέσει. Το οικονομικό αντίτιμο είναι τεράστιο και μαζί του μεγαλώνει και το δίλημμα. Να αρνηθεί και να παραμείνει πιστός στις αρχές του ή να αποδεχτεί την πρόταση και να συμβιβαστεί με έναν κόσμο που περιφρονεί;
Δίπλα του εργάζεται ο Κεν, ένας νέος ζωγράφος που μαθητεύει κοντά του και, παρόλο που τον θαυμάζει απεριόριστα, αρχίζει σταδιακά να τον αμφισβητεί. Είναι η φωνή μιας νέας γενιάς που έρχεται να ανατρέψει τα δεδομένα, να αμφισβητήσει όσα θεωρήθηκαν αυτονόητα και να διεκδικήσει τον δικό της χώρο.
Στον πυρήνα του έργου βρίσκεται η σύγκρουση δύο γενεών — ή, καλύτερα, το αναπόφευκτο πέρασμα από τη μία στην άλλη. Ο Τζον Λόγκαν χτίζει μια σχέση που λειτουργεί σε δύο επίπεδα: δάσκαλος και μαθητής, αλλά συχνά και πατέρας και γιος.

Ο ώριμος δημιουργός αισθάνεται την απειλή ενός νέου καλλιτεχνικού κύματος που πλησιάζει. Ο νεότερος διεκδικεί το δικαίωμα να αμφισβητεί, να διαφωνεί και τελικά να χαράξει τη δική του πορεία. Είναι η αέναη διαδοχή των γενεών, που κάθε φορά βιώνεται ως ανατροπή, αλλά ταυτόχρονα κουβαλά και το βάρος μιας οφειλής προς εκείνους που προηγήθηκαν.
Ο Ρόθκο διδάσκει με αυστηρότητα, συχνά με σκληρότητα και σχεδόν βίαιη ένταση. Δεν μεταδίδει απλώς τεχνικές και κανόνες, αλλά εκθέτει τον μαθητή του στη δυσκολία της δημιουργίας, απαιτώντας από εκείνον να σκέφτεται, να βλέπει και να αντιστέκεται. Το μάθημα, ωστόσο, δεν είναι μονόδρομος. Ο δάσκαλος που διδάσκει είναι τελικά και εκείνος που καλείται να διδαχθεί. Ο μαθητής χρειάζεται τον δάσκαλο για να σταθεί στα πρώτα του βήματα, αλλά για να ανακαλύψει τη δική του ταυτότητα πρέπει κάποια στιγμή να σταθεί απέναντί του. Να τον αμφισβητήσει, να τον αντικρούσει, να αποδεσμευτεί από τη σκιά του.
Γιατί δεν υπάρχει γέννηση δημιουργού χωρίς αυτή τη ρήξη.
Και αυτή η σύγκρουση αποκτά επί σκηνής μια σπάνια θεατρική ένταση.
Η σκηνική πραγματικότητα είναι εξαιρετικά ζωντανή και ρεαλιστική. Οι μπογιές, τα χρώματα, η ίδια η διαδικασία της ζωγραφικής δεν αποτελούν απλώς σκηνικά στοιχεία, αλλά γίνονται οργανικό κομμάτι της παράστασης. Ο θεατής αισθάνεται πως βρίσκεται μέσα στο εργαστήριο του Ρόθκο, παρακολουθώντας από κοντά τη δημιουργία, την αγωνία, την έκρηξη και την εσωτερική πάλη του καλλιτέχνη. Τα χρώματα αποκτούν υπόσταση, σχεδόν αναπνέουν, ενώ η ζωγραφική μετατρέπεται σε μια πράξη βαθιάς συναισθηματικής έκφρασης.
Ο Γιώργος Κιμούλης είναι συγκλονιστικός στον ρόλο του Μαρκ Ρόθκο. Με μια ερμηνεία γεμάτη ένταση, εκρηκτικότητα και εσωτερικό βάθος, αποδίδει με μοναδική δύναμη τις αντιφάσεις ενός μεγάλου δημιουργού: την αλαζονεία, την ευαισθησία, την ανασφάλεια, την ανάγκη για αναγνώριση, αλλά και τον φόβο της καλλιτεχνικής παρακμής. Ο λόγος του έχει βάρος, οι εκρήξεις του καθηλώνουν και οι στιγμές σιωπής του αποκαλύπτουν όσα δεν μπορούν να ειπωθούν με λέξεις.
Ιδιαίτερα συγκλονιστική είναι η τελευταία σκηνή, η οποία αφήνει ένα βαθύ συναισθηματικό αποτύπωμα. Η τραγική κατάληξη του ήρωα έρχεται να συμπυκνώσει όλη την ένταση, τις αντιφάσεις και την εσωτερική του πάλη, οδηγώντας τον θεατή σε μια στιγμή πραγματικής συγκίνησης.
Ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος, στον ρόλο του Κεν, στέκεται επάξια απέναντι στον έμπειρο συμπρωταγωνιστή του. Με νεανική ορμή, ευαισθησία και πάθος, μεταφέρει με αμεσότητα την αγωνία ενός νέου ανθρώπου που αναζητά τη δική του καλλιτεχνική ταυτότητα, αλλά ταυτόχρονα έχει ανάγκη την αναγνώριση και την επιβεβαίωση του ανθρώπου που θαυμάζει. Η αμφιθυμία του, η ανάγκη του να αποδεσμευτεί από τον δάσκαλό του, αλλά και η βαθιά επιθυμία του να κερδίσει την αποδοχή του, δίνουν στην ερμηνεία του αλήθεια και συγκινητική ανθρώπινη διάσταση.
Οι δύο ηθοποιοί δημιουργούν επί σκηνής μια δυναμική σχέση, με έντονες εναλλαγές, συγκρούσεις και στιγμές ουσιαστικής επικοινωνίας. Το πάθος τους μεταφέρεται αβίαστα στην πλατεία και κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον μέχρι την τελευταία στιγμή.
Το «Κόκκινο» δεν είναι απλώς ένα έργο για τη ζωγραφική. Είναι ένα έργο για την τέχνη και τα όριά της, για τη δημιουργία και το τίμημά της, για την ανάγκη του ανθρώπου να αφήσει το δικό του αποτύπωμα, αλλά και για τη δύσκολη στιγμή που πρέπει να αποχωριστεί εκείνους που κάποτε αποτέλεσαν το πρότυπό του.
Και όταν πέφτει η αυλαία, η ένταση δεν σε εγκαταλείπει αμέσως. Η τελευταία σκηνή σε βρίσκει με κομμένη την ανάσα, αφήνοντας πίσω της ένα ερώτημα που ξεπερνά τα όρια της τέχνης: πόσο μπορεί να αντέξει ένας δημιουργός όταν αισθάνεται πως ο κόσμος που υπηρέτησε με όλη του την ψυχή αρχίζει να τον προσπερνά;
Μια παράσταση που σε καθηλώνει, σε συγκινεί και σε βάζει σε σκέψεις. Και αυτό, τελικά, είναι ένα από τα πιο ουσιαστικά πράγματα που μπορεί να πετύχει το θέατρο.









