Η Ομάδα Cartel και ο Βασίλης Μπισμπίκης μεταφέρουν τη δράση από τα αγγλικά προάστεια της δεκαετίας του 1960, στη σύγχρονη Αθήνα. Σε μια πόλη όπου η νεανική βία, η ανάγκη για αποδοχή και η κοινωνική πίεση διαμορφώνουν ένα εκρηκτικό τοπίο, ο «Σωσμένος» αποκτά ανησυχητική επικαιρότητα.
Ο ηθοποιός μιλά για όλους και για όλα στην Athens Voice και η συνέντευξή του αυτή σίγουρα θα συζητηθεί.
- Θυµάστε την πρώτη φορά που µπήκατε στον χώρο, άδειο, πριν γίνει θέατρο; Τι ονειρευτήκατε τότε;
Το όνειρο ήταν να κάνουμε θέατρο όπως κ@υλώνουµε εμείς. Χωρίς μεσάζοντες, χωρίς να έχουµε κάποιον πάνω απ’ το κεφάλι µας. Οπότε η ιστορία έτσι ξεκίνησε. Το ότι βρεθήκαµε να είµαστε στο περιθώριο, γύρω από την Αθήνα, σε βιοµηχανικές περιοχές µε παλιές αποθήκες, ήταν καθαρά οικονοµικό θέµα. Δεν υπήρχε κάποια ιδεολογική άποψη από πίσω, αποκέντρωση και τέτοια. Απλά ήµασταν άφραγκοι, βρήκαµε µια αποθήκη, ένα παλιό µηχανουργείο στον Βοτανικό, στην Αγίας Άννης. Το 2013 εκείνο το µηχανουργείο είχε 450 ευρώ νοίκι. Στην Αθήνα ήταν απλησίαστοι οι χώροι. Είχαµε λίγα φράγκα, οπότε είπαµε να βάλουµε από 150 ευρώ ο καθένας και να το φτιάξουµε µόνοι µας.
Έτσι ξεκίνησε η ιστορία. Μόνοι µας το φτιάξαµε. Ήταν γύρω οι µάντρες ανακύκλωσης, οπότε ό,τι είχε να κάνει µε σκηνικά το φτιάχναµε µόνοι µας, µαζεύαµε τα υλικά από τις µάντρες. Για ό,τι είχε να κάνει µε φώτα, ήταν ένας τύπος που έκλεινε την επιχείρησή του και πήραµε είκοσι, τριάντα φώτα, τα φορτώσαµε σ’ ένα φορτηγό και του είπαµε «όταν έχουµε λεφτά, θα σ’ τα δώσουµε». Εντελώς χειροποίητο θέατρο φτιάξαµε. Εδώ στο Αιγάλεω ήρθαµε πέρυσι, από ανάγκη πάλι. Ψάχναµε χώρους, δεν βρίσκαµε. Πανάκριβοι πλέον οι χώροι, αφού πολλές αποθήκες λειτουργούν πια ως e-shops. Ακρίβυνε πάρα πολύ η περιοχή. Κάναµε δύο χρόνια να βρούµε έναν χώρο που θα µπορούσαµε να τον υποστηρίξουµε οικονοµικά. Κι αυτός ήταν αυτό το εργοστάσιο εδώ, στην Πεταλούδα. Μας βοήθησε πάρα πολύ και ο Πολ Μουζάκης, ο ιδιοκτήτης του, και ο Νίκος Καρόκης, που είναι διευθυντής στο εργοστάσιο κι έβαλε µπέτη.
- Έχετε σωθεί από διάφορα πράγµατα…
Ήµουν άτυχος, πολύ. Πέρασα ένα κοµµάτι σκληρής αλητείας από τα δεκατρία και µετά. Αδέσποτος στην Αθήνα, ουσίες, δεν τελείωσα το σχολείο. Ένας από τους λόγους ήταν και τα βιβλία που διάβαζα, τα κοµµουνιστικά του παππού µου και τα αναρχικά. Και µέσα σε όλα αυτά ήταν, ας πούµε, και η ιδέα ότι το σχολείο σε κάνει ροµποτάκι, κατευθύνει τη σκέψη… και κάπου ήρθε η ρήξη. Αναρχισµός, πανκ, λοφίο, µπλε µαλλί, στα δεκαπέντε. Με πήγαν για λίγο σ’ ένα τεχνικό λύκειο στην Κόρινθο, γιατί µε είχαν διώξει από τα υπόλοιπα σχολεία, και δεν άντεξα ούτε δύο µήνες. Κάλεσαν τη µάνα µου και της είπαν «δεν γίνεται δουλειά µε το παιδί σου». Ντράπηκε η γυναίκα, ντράπηκα κι εγώ. Τον έβρισα τον λυκειάρχη και τέλος. Έπαιζε ζάρια και µας πουλούσε «ηθική»…
- Έχετε δει ανθρώπους να χάνουν τα πάντα. Πώς επηρέασε αυτό τον τρόπο που προσεγγίζετε την απόγνωση επί σκηνής;
Από ερεθίσµατα και αντιστοιχίες που µπορώ να βρω σε σχέση µε τους ρόλους είµαι φουλ, γιατί όλη η ζωή µου ήταν στα άκρα. Τους χαρακτήρες που παίζουµε στο θέατρο τους βρίσκουµε σε µια φάση που είναι στα άκρα, αλλιώς δεν έχουν ενδιαφέρον. Οπότε εύκολα µπορώ να αναγνωρίσω καταστάσεις, είτε έχουν να κάνουν µε απόγνωση είτε µε άλλα συναισθήµατα. Είναι ένα εφόδιο τεράστιο, που το αξιοποιώ στο θέατρο, και γι’ αυτό ίσως ασχολούµαι περισσότερο µε παραστάσεις που έχουν να κάνουν µε το περιθώριο και µε ανθρώπους που είναι «αόρατοι»: γιατί το έζησα πολύ έντονα αυτό το κοµµάτι, το αναγνωρίζω, το καταλαβαίνω.
- Ποια εικόνα δεν θα ξεχάσετε από εκείνη την εποχή;
Έναν φίλο µου σε overdose από ηρωίνη. Δεκαέξι χρονών δεκαεφτά ήµασταν και να προσπαθούµε να τον συνεφέρουµε µε ενέσιµο αλατόνερο, µε διάφορα τρικ. Έζησε. Τον αφήσαµε έξω από ένα νοσοκοµείο και µετά πήγα στο σπίτι. Δεν µπορούσα να πω τίποτα στους γονείς. Τι να έλεγα τότε; Ίσως ήταν και η πρώτη πραγµατική κρίση πανικού που έπαθα στη ζωή µου. Ήταν δύσκολο. Πολλές τέτοιες δύσκολες καταστάσεις. Πόλεµος δηλαδή. Μέσα σ’ έναν πόλεµο ζούσα. Κάθε µέρα πέθαιναν άνθρωποι γύρω µου και µπροστά µου.
- Εργαστήκατε ως µπάρµαν, σερβιτόρος, κρουπιέρης. Τι µαθαίνει ένας νέος άντρας για την εξουσία όταν στέκεται πίσω από µπάρα ή τραπέζι ρουλέτας;
Αργότερα το µαθαίνεις. Εκείνη τη στιγµή µόνο νιώθεις. Νιώθεις κάπως το εγώ σου µεγαλωµένο. Ξέρεις, εγώ κάνω κουµάντο. Ποιος µπαίνει, ποιος βγαίνει. Face control. Μανούρες, ξύλο, τέτοια. Πρέπει να φτιάξεις µια ψυχολογία, γεµίζεις έπαρση. Γιατί αλλιώς πώς να τα κάνεις αυτά τα πράγµατα; Αργότερα καταλαβαίνεις, ας πούµε, τη µαλακία της όλης ιστορίας. Αλλά όταν είσαι µέσα σ’ αυτήν, δεν γίνεται να επιβιώσεις αλλιώς. Όταν είσαι στην Οµόνοια και ζεις µέσα σ’ αυτό το περιβάλλον και οι µαχαιριές πέφτουν από δω κι από κει, δεν γίνεται να µη σκληρύνεις. Παγώνεις το µέσα σου, φτιάχνεις µια πανοπλία, γίνεσαι σκληρός απέξω και επιβιώνεις σ’ αυτόν τον κόσµο. Αλλιώς σε φάγανε λάχανο. Δεν υπάρχεις. Άρα η συνθήκη είναι που δηµιουργεί την κατάσταση. Η συνθήκη είναι πολύ σηµαντικό πράγµα. Πού βρίσκεσαι, τι θες να κάνεις, πώς θες να επιβιώσεις; Η επιβίωση µπορεί να σε κάνει ζώο. Κι όλα αυτά τα έχω περάσει.
- Βασίλης Μπισμπίκης: Με άλλα μαλλιά και χωρίς μούσια - Έτσι ήταν στην αρχή της καριέρας του
- Βασίλης Μπισμπίκης: Το spoiler για τον Σασμό και η αποκάλυψη: «Ψάχνω οικόπεδο στην Κρήτη»
- Βασίλης Μπισμπίκης: «Θα ήθελα να φτιάξω μια φωλιά στην Κρήτη, να βρισκόμαστε με τη Δέσποινα…
- Ξεσπά ο Μπισμπίκης: «Έκανα λάθος, το πλήρωσα ακριβά. Αν εγώ ήμουν με τη Δανάη και χορεύαμε…
- Δέσποινα Βανδή - Βασίλης Μπισμπίκης: Ο γάμος, η πρόβα νυφικού και το Λουτράκι
- Βασίλης Μπισμπίκης: Ποια Βανδή;! Δες τον γλύκα γιο του με τα μακριά μαλλιά







